ψυχραίνω

ψυχραίνω
(αόρ. (ε)ψύχρανα, пав. αόρ. ψυχράθηκα и εψυχράνθην) 1. μετ.
1) охлаждать, студить; замораживать; 2) перен. охлаждать (чеи-л. пыл, энтузиазм и т. п); 3) перен. портить настроение (кому-л.); расстраивать, сердить (кого-л.); πολύ με ψύχρανε ο λόγος σου меня очень расстроили твой слова; 2. αμετ. холодать; ψύχρανε ο καιρός похолодало; стало холодновато;

ψυχραίνομαι

1) — охлаждаться; — холодать;

2) перен. охладевать, остывать; ухудшаться, портиться (об отношениях);
έχουν ψυχραθεί οι σχέσεις τους их отношения испортились, они охладели друг к другу

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "ψυχραίνω" в других словарях:

  • ψυχραίνω — ψυχραίνω, ψύχρανα βλ. πίν. 44 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ψυχραίνω — ΝΜΑ [ψυχρός] 1. καθιστώ κάτι ψυχρό, ψύχω 2. μτφ. μειώνω τον ενθουσιασμό, τον ζήλο, την θέρμη κάποιου, τόν δυσαρεστώ (α. «η στάση του μέ ψύχρανε» β. «φιλίας ταχὺ μέντοι ψυχραινόμενος». Πρόκλ.) νεοελλ. (αμτβ.) γίνομαι ψυχρότερος («ψύχρανε ο… …   Dictionary of Greek

  • ψυχραίνω — ψύχρανα, ψυχράθηκα, ψυχραμένος 1. κάνω κάτι ψυχρό, το κρυώνω, το παγώνω. 2. δυσαρεστώ, μειώνω το ζήλο, τον ενθουσιασμό: Μ έχεις ψυχράνει πολλές φορές. 3. φρ., «Ψύχρανε ο καιρός», ο καιρός έγινε ψυχρός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ψύχρανση — η / ψύχρανσις, άνσεως, ΝΜΑ [ψυχραίνω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ψυχραίνω …   Dictionary of Greek

  • устужаю — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  =  глаг. (греч. ἀναπαύω) простужаю, прохлаждаю (Сир. 18,… …   Словарь церковнославянского языка

  • Α α — (άλφα) το πρώτο γράμμα τού ελληνικού αλφαβήτου. Το α ως πρόθεμα 1. στερητικό δηλώνει έλλειψη, στέρηση και γενικά το αντίθετο από ό,τι δηλώνει το β συνθετικό. Εμφανίζεται με τις εξής μορφές: α / ἀ αρχ. νεοελλ. προ συμφώνου, π.χ. ά γνωστος, ά κακος …   Dictionary of Greek

  • αιθριώ — αἰθριῶ ( άω) (Α) [αἰθρια] 1. εκθέτω στον αέρα, ψυχραίνω, δροσίζω 2. είμαι αίθριος, ανέφελος …   Dictionary of Greek

  • αναψύχω — (Α ἀναψύχω) Ι. ενεργ. 1. ψυχραίνω, δροσίζω 2. ανακουφίζω, ξεκουράζω 3. παρηγορώ, ενθαρρύνω, διασκεδάζω κάποιον 4. (για πλοία) αφήνω στην ξηρά να στεγνώσουν II. παθ. ανακουφίζομαι, αναζωογονούμαι, δροσίζομαι …   Dictionary of Greek

  • αψύχραντος — η ο αυτός που δεν έχει ψυχρανθεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + ψυχραίνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1838 στον Μιχ. Σχινά] …   Dictionary of Greek

  • διαψύχω — (ΑΝ) κάνω κάτι να κρυώσει, ψυχραίνω, δροσίζω αρχ. 1. αερίζω, αποξηραίνω, στεγνώνω 2. (για φιλάργυρους) εκθέτω, παρουσιάζω κρυμμένους θησαυρούς 3. εξασθενίζω …   Dictionary of Greek

  • δροσίζω — (AM δροσίζω) [δρόσος] 1. ραντίζω με σταγόνες δροσιάς, νοτίζω 2. κάνω κάτι δροσερό 3. προσφέρω ικανοποίηση, απόλαυση 4. γίνομαι δροσερός, ψυχραίνω («δρόσισε ο καιρός») μσν. 1. ανακουφίζω 2. κατευνάζω 3. ευνοώ 4. φωτίζω 5. (για τον θεό) ευλογώ 6.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»